Του Μάνου Λαμπράκη
Η ελληνική δημόσια ζωή μοιάζει να διοικείται πλέον από ένα εργαστήριο προεξόφλησης.
Πριν ακόμη μιλήσει η κοινωνία, εμφανίζεται η ερμηνεία της.
Πριν ακόμη σχηματιστεί πολιτικό γεγονός, προβάλλεται η δήθεν κατάληξή του.
Πριν ακόμη η φθορά αποκτήσει μορφή, επιστρέφεται βίαια μέσα στους πίνακες ως διαχειρίσιμο υπόλοιπο.
Η δημοσκόπηση, από εργαλείο ανάγνωσης, γίνεται μηχανισμός ψυχολογικής πειθάρχησης. Δεν αφουγκράζεται την υπόγεια φωνή της χώρας. Την ταξινομεί, την απορροφά και την επιστρέφει καθησυχασμένη πίσω στην οθόνη.
Έτσι η πολιτική παύει να προηγείται της εικόνας της και αρχίζει να παράγεται από αυτήν, μέσα σε μια σκηνή όπου η κοινωνική δυσφορία μεταμφιέζεται σε τεχνική απόκλιση και η κόπωση μιας ολόκληρης κοινωνίας σε στατιστικά διαχειρίσιμο θόρυβο.
Η συζήτηση για τον Αντώνη Σαμαρά επανέρχεται επειδή κανένα άλλο πρόσωπο μέσα στην παράταξη της ΝΔ δεν διαθέτει το βάρος και τη γεωπολιτική καθαρότητα για να μετατρέψει τη φθορά Μητσοτάκη σε πολιτικό τέλος. Όχι να τη σχολιάσει.
Όχι να τη διαχειριστεί.
Να την τελειώσει.
Αυτό είναι που προκαλεί τη βαθύτερη ανησυχία στο σύστημα εξουσίας.
Όχι τόσο η αντιπολίτευση, ούτε τα φαντάσματα που το ίδιο το Μαξίμου ανασύρει κάθε βράδυ για να επαναφέρει κουρασμένα αντανακλαστικά φόβου, αλλά το ιστορικό σώμα της παράταξης, εκεί όπου η Νέα Δημοκρατία δεν νοείται ως επικοινωνιακό brand αλλά ως συνέχεια κράτους, εθνικών συνόρων και πολιτικής ευθύνης.
Εκεί ο Μητσοτάκης δεν βιώνεται πλέον ως φυσική συνέχεια. Μοιάζει περισσότερο με μια παρένθεση επιτελικής διαχείρισης που προσπαθεί να κρατηθεί στην εξουσία μέσω δημοσκοπικής αναπαράστασης της πραγματικότητας.
Από εδώ ξεκινά και η πραγματική λειτουργία της δημοσκοπικής υπερπαραγωγής.
Δεν αποτυπώνει απλώς συσχετισμούς αλλά προστατεύει μια συγκεκριμένη αφήγηση εξουσίας. Θέλει να πείσει ότι η κοινωνία, όσο κι αν δυσανασχετεί, στο τέλος θα επιστρέψει υποχρεωτικά στο ίδιο κέντρο διακυβέρνησης, επειδή δήθεν δεν υπάρχει ιστορική εναλλακτική.
Γι’ αυτό η γκρίζα ζώνη εμφανίζεται σχεδόν πάντα έτοιμη να επαναπατριστεί, η αποχή διαβάζεται ως πολιτική αδράνεια και κάθε πιθανότητα εσωτερικής αναδιάταξης αντιμετωπίζεται σαν απειλή προς εξαφάνιση.
Το πραγματικό πρόβλημα όμως για το Μαξίμου βρίσκεται αλλού: σε έναν υπόγειο εθνικό κορμό που δεν συγκινείται πια από τα excel της κανονικότητας, από τα φιλικά πάνελ και από τη μετατροπή της πολιτικής σε τεχνική δημοσίων σχέσεων. Εκεί ακριβώς αρχίζει να συσσωρεύεται η αίσθηση ότι η χώρα κυβερνάται επικοινωνιακά αλλά όχι ιστορικά.
Κάτω όμως από αυτή τη σκηνοθετημένη κανονικότητα, η χώρα μικραίνει κυριολεκτικά. Οι περίπου 70.000 μαθητές που αναμένονται φέτος στην Α’ Δημοτικού δεν αποτελούν απλώς έναν εκπαιδευτικό δείκτη. Αποτελούν δείκτη εθνικής συρρίκνωσης. Μια Ελλάδα που πριν από λίγες δεκαετίες πλημμύριζε από παιδιά και νεανικό πληθυσμό κοιτά σήμερα άδειες σχολικές αίθουσες, γηρασμένες επαρχίες, νέους ανθρώπους που μεταθέτουν τη ζωή τους επ’ αόριστον επειδή η επιβίωση έχει καταπιεί κάθε έννοια μέλλοντος.
Το δημογραφικό δεν είναι πια κοινωνικό ζήτημα. Γίνεται γεωπολιτικό γεγονός.
Μια χώρα που χάνει πληθυσμό, παραγωγική δύναμη και πίστη στη διάρκειά της δεν μπορεί να παριστάνει ότι παραμένει ιστορικά ισχυρή μόνο και μόνο επειδή οι δείκτες της επικοινωνίας παραμένουν ελεγχόμενοι.
Και ακριβώς την ίδια στιγμή, η Τουρκία μεταφέρει σταδιακά τη «Γαλάζια Πατρίδα» από το επίπεδο της ρητορικής στο επίπεδο της κρατικής πράξης. Το ενδεχόμενο κατάθεσης νομοσχεδίου για θαλάσσιες ζώνες και διεκδικήσεις στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο δεν αποτελεί μια ακόμη συνηθισμένη πρόκληση. Αποτελεί απόπειρα θεσμικής κατοχύρωσης αναθεωρητισμού. Η Άγκυρα νομοθετεί εκεί όπου η Αθήνα επικοινωνεί. Και αυτή είναι ίσως η πιο επικίνδυνη αντίθεση της εποχής: από τη μία μια Τουρκία που σκέφτεται με όρους κρατικής επέκτασης και ιστορικής ανασύνταξης, και από την άλλη μια ελληνική πολιτική τάξη που αναλώνεται καθημερινά στην ανακύκλωση ποσοστών, εικόνων και επιτελικών διαρροών.
Η γεωπολιτική όμως δεν συγχωρεί κοινωνίες που κουράστηκαν να σκέφτονται ιστορικά. Και γι’ αυτό ο λόγος του Αντώνη Σαμαρά προκαλεί τέτοια ενόχληση: επειδή επαναφέρει βίαια στη δημόσια συζήτηση την έννοια του κράτους, των συνόρων, της εθνικής διάρκειας.
Το πραγματικό πρόβλημα λοιπόν δεν αφορά απλώς την κυβερνητική φθορά. Αφορά το αν το ιστορικό σώμα της παράταξης της Νέας Δημοκρατίας θα αποδεχθεί τελικά να μετατραπεί σε εκλογικό ντεκόρ ενός συστήματος που χρησιμοποιεί την παράταξη ως μηχανισμό εξουσίας ενώ αδειάζει σταδιακά το πολιτικό και ιστορικό της περιεχόμενο.
Η παρακμή γίνεται επικίνδυνη όταν κανονικοποιείται.
Όταν μια κοινωνία συνηθίζει τις άδειες τάξεις, τη δημογραφική κατάρρευση, τη γεωπολιτική πίεση, την πολιτική κόπωση και τη διαχείριση εικόνας σαν να πρόκειται για φυσική κατάσταση. Και τότε ακριβώς επιστρέφει η πολιτική με τον πιο βίαιο τρόπο: ως ανάγκη ιστορικής διόρθωσης. Ως απαίτηση ενός λαού να ξαναβρεί σοβαρότητα πριν η χώρα συνηθίσει οριστικά τη σμίκρυνσή της.
antinews.gr
