30 Μαΐ 2026

Burnout: Οι εργαζόμενοι καταρρέουν, οι οικονομικοί δείκτες απογειώνονται

 


Τρεις επιστήμονες εξηγούν το φαινόμενο «burnout», την ασθένεια της εποχής όχι μονάχα γιατί όλοι τρέχουμε για να μην πνιγούμε μέσα σε χρέη και υποχρεώσεις, αλλά και γιατί όλο και περισσότερο δεν βρίσκουμε νόημα σε όλο αυτό το ξέπνοο τρεχαλητό.

Δεν ξέρω αν η Nayyirah Waheed θα συμφωνούσε με την παράφραση του στίχου της – εκείνη μιλά για τις γυναίκες μέσα μας που είναι κουρασμένες. Ωστόσο, αν κανείς ανοίξει το κάδρο και κοιτάξει τους εργαζόμενους στην Ελλάδα σήμερα, μάλλον θα δει πως οι περισσότεροι άνθρωποι κουβαλάμε μέσα μας εξαντλημένους ανθρώπους. Με τους σκληρούς οικονομικούς δείκτες να ανθίζουν και το βιοτικό μας επίπεδο να μαραζώνει, ο καθένας μας έχει μέσα του ταυτόχρονα έναν εξαντλημένο εργαζόμενο, έναν αποκαμωμένο γονιό, ένα παιδί που σηκώνει το βάρος της φροντίδας των ηλικιωμένων γονιών του. Σαν να παίζουμε σε ένα παιχνίδι που κάθε πίστα είναι δυσκολότερη κι η ανταμοιβή γίνεται όλο και μικρότερη. Κι έτσι, καθόλου τυχαία, η λέξη burnout μπαίνει όλο και περισσότερο στις ζωές μας.

Τα ερευνητικά δεδομένα για την ψυχική υγεία των εργαζομένων είναι ανησυχητικά. Ενδεικτικά, αναφέρουμε την έρευνα της ΕΥ Ελλάδος, της Hellas EAP και του Εργαστηρίου Πειραματικής Ψυχολογίας του Τμήματος Ψυχολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών που πραγματοποιήθηκε το 2025, σε ένα δείγμα 4.457 εργαζόμενων του ιδιωτικού και δημόσιου τομέα. Οι ερευνητές, που πραγματοποίησαν την ίδια έρευνα και εν μέσω πανδημίας το 2021, αλλά και το 2023, βρήκαν πως «η κρίση στην ψυχική υγεία των εργαζόμενων στην Ελλάδα, δεν ήταν παροδική, αλλά έχει βαθύτερα αίτια και μονιμότερο χαρακτήρα», ενώ κατέγραψαν ιδιαίτερα αυξημένα συμπτώματα κατάθλιψης, άγχους και θυμού.

  • 44% των συμμετεχόντων αισθάνονται μελαγχολία
  • 47% νιώθουν απαισιοδοξία για το μέλλον.
  • 80% αισθάνονται νευρικότητα ή εσωτερική ταραχή.
  • 50% βρίσκονται σε υπερένταση.

«Το 2023 ξεκίνησα την δεύτερη δουλειά. Τα χρήματα από την πρωινή μου εργασία δεν έφταναν για να βγει ο μήνας. Δούλευα ένα 8ωρο και στη συνέχεια άλλο ένα 4ωρο, αν συνυπολογίσεις και τις διαδρομές, ένα γεμάτο 14ωρο. Αν σε αυτό αθροίσεις και τις ώρες που μου έτρωγαν οι δουλειές του σπιτιού, κοιμόμουν ένα 4ωρο την ημέρα. Όταν κοιμόμουν δηλαδή γιατί πολύ γρήγορα ξεκίνησαν οι αυπνίες». Αυτό ήταν το πρώτο από μια σειρά συμπτώματα που αντιμετώπισε η 50χρονη σήμερα Γιώτα – πολύ γρήγορα ήρθαν κι οι επίμονοι πονοκέφαλοι, το σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου, οι πόνοι στον αυχένα και την μέση. Κάθε ένα από αυτά το αντιμετώπιζε ξεχωριστά -σαν μια σωματική ενόχληση που έπρεπε να «διορθωθεί». Μέχρι που εκτός από το σώμα που διαλυόταν, άρχισε να ξεστρατίζει και το μυαλό της.

  • 47% των εργαζομένων εμφάνισαν αδυναμία και ζαλάδα.
  • 24% έχουν ναυτία ή στομαχικές διαταραχές.
  • 33% αισθάνονται αδυναμία σε διάφορα μέρη του σώματος.

«Έβαζα τα κλάματα στο σούπερ μάρκετ με άσχετες αφορμές. Είχα γίνει υπερευαίσθητη στην απειροελάχιστη κριτική. Έκανα καταστροφικές σκέψεις – πχ ότι θα κοπεί το σύρμα του ασανσέρ και θα πέσω στο κενό ή ότι θα ο γάτος μου θα πέσει από το μπαλκόνι. Δεν συνέδεα όλα αυτά με την εξάντληση, μέχρι που ο παθολόγος μου είπε πως έχω πια καεί από τη δουλειά, έχω burnout», θυμάται η Γιώτα. Γρήγορα ανακάλυψε πως δεν ήταν μόνη σε αυτή τη διακεκαυμένη ζώνη - 55% των εργαζομένων σε έρευνα του 2025 δήλωσαν πως βιώνουν επαγγελματική εξουθένωση.

Στην αυστηρή σύσταση του οικογενειακού γιατρού να σκεφτεί τι κάνει με τη ζωή της, η Γιώτα αντέδρασε ζητώντας κάποιο αγχολυτικό. «Ευτυχώς αρνήθηκε να μου συνταγογραφήσει το οτιδήποτε και με παρέπεμψε σε ψυχολόγο. Λίγους μήνες αφού ξεκίνησα ψυχοθεραπεία, αναγκάστηκα να παραδεχτώ στον ίδιο μου τον εαυτό ότι απαιτείται να κάνω ριζικές αλλαγές, ότι απαιτείται να ξαναβρώ το δικό μου νόημα. Παραμένω οικονομικά πιεσμένη ωστόσο, τουλάχιστον, δεν πατάω κάτω τον εαυτό μου, θυμάμαι να με φροντίζω».

Τι είναι όμως το περίφημο burnout, που τσουρουφλίζει τις ζωές μας; Και γιατί θα το πάθουμε όλοι σε κάποια στιγμή του εργασιακού μας βίου, όπως υποστηρίζει ο Ειδικός Γιατρός Εργασίας, Βασίλης Δρακόπουλος; Ο διδάκτωρ του ΕΚΠΑ και Αντιπρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Ιατρικής της Εργασίας και Περιβάλλοντος είναι κατηγορηματικός: «Στην Ελλάδα δεν υπάρχει καμία διάγνωση του συνδρόμου «burnout», όπως δεν υπάρχει και καμία διάγνωση ή αναγγελία ή αναγνώριση καμίας επαγγελματικής ασθένειας. Στον τομέα αυτό η χώρα μας στους Ευρωπαϊκούς (OSHA) και Διεθνείς Οργανισμούς (ILO), στους οποίους δεν δίνει -για τι δεν έχει- κανένα στοιχείο, εμφανίζει εικόνα τριτοκοσμικής χώρας».

drakopoylos_ac10a.JPG

«Το «burnout», σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, προκύπτει αποκλειστικά από το χρόνιο εργασιακό στρες που δεν έχει αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά», λέει ο Δρακόπουλος. «Τα συμπτώματα στην αρχή είναι μη ειδικά, με την πάροδο του χρόνου ωστόσο γίνονται όλο και πιο εμφανή και αναγνωρίσιμα. Τα πιο συχνά αφορούν σωματικές ή ψυχοσωματικές διαταραχές».

Όπως εξηγεί ο γιατρός, η επαγγελματική εξουθένωση είναι ένα ευρέως διαδεδομένο και ανησυχητικά αυξανόμενο φαινόμενο:

Όλα τα επαγγέλματα πλήττονται, με λίγο μεγαλύτερη επίπτωση στα επαγγέλματα παροχής υπηρεσιών όπως η υγειονομική περίθαλψη (γιατροί, νοσηλευτικό και βοηθητικό προσωπικό), η Δημόσια Διοίκηση, και το εμπόριο.
Οι γυναίκες είναι πιο εκτεθειμένες από τους άνδρες, αλλά αυτό μπορεί να οφείλεται και στις επιπλέον υποχρεώσεις τους στο σπίτι.

Ορισμένοι ειδικοί στον τομέα υποστηρίζουν ότι η προχωρημένη ηλικία είναι ένας από τους κύριους παράγοντες κινδύνου για επαγγελματική εξουθένωση. Άλλοι πιστεύουν, ωστόσο, ότι τα συμπτώματα είναι πιο συχνά στους νέους, των οποίων οι προσδοκίες διαψεύδονται και συνθλίβονται στη σύγχρονη εργασιακή πραγματικότητα.

«Είναι το σύνδρομο που θα πάθουμε όλοι οι εργαζόμενοι αν συνεχιστούν αυτές οι εργασιακές πρακτικές και πολιτικές οι οποίες μετατρέπουν την εργασία από δημιουργική και εξελικτική διαδικασία σε μηχανισμό μεγιστοποίησης της κερδοφορίας με το ελάχιστο δυνατό κόστος», προειδοποιεί ο Δρακόπουλος. «Τα γενεσιουργά αίτια είναι πολλά και πολύπλοκα: η επικρατούσα αναξιοκρατία, η μείωση των μισθών και η εξαθλίωση των εργαζομένων, οι επισφαλείς συνθήκες εργασίας, τα εξοντωτικά ωράρια, η υποβάθμιση της δημόσιας υγείας και εκπαίδευσης, η αποδυνάμωση και «ιδιωτικοποίηση» των ελεγκτικών μηχανισμών της Πολιτείας για την προστασία της εργασιακής τους υγείας, εντέλει ο ίδιος ο τρόπος λειτουργίας μιας ανεξέλεγκτης αγοράς εργασίας».

Η Ελισσάβετ Γεωργίου είναι οργανωσιακή ψυχολόγος και ψυχοθερεπεύτρια, η οποία εδώ και 28 χρόνια συνεργάζεται με επιχειρήσεις. «Μετά τον κοβιντ άρχισε να αναγνωρίζεται ευρύτερα η ανάγκη ενός ψυχολόγου στις επιχειρήσεις. Μπορεί να δουλέψει σε θέματα ανθρώπινου δυναμικού και σε θέματα ψυχικής υγείας και ευεξίας των εργαζομένων», λέει η Γεωργίου. «Από την πανδημία και ύστερα πολλά πράγματα έχουν αναθεωρηθεί, ωστόσο οι στις επιχειρήσεις όταν μιλάμε για ευεξία σκέφτονται πράγματα όπως η γιόγκα και δεν αντιλαμβάνονται ότι μιλάμε για περισσότερα και πιο σημαντικά πράγματα στην ψυχική υγεία και όχι μονάχα αυτό που αντιλαμβάνονται ως ευεξία. Το burnout είναι ένα πολύ μεγάλο ζήτημα στις επιχειρήσεις, το οποίο χρειάζεται να δούμε πολύ σοβαρά, όπως και το θέμα της ψυχικής νόσου, η οποία καταγράφει αύξηση – κι αυτό απαιτεί να δούμε πως θα το χειριστούν οι προϊστάμενοι και οι συνάδελφοι, αλλά και θέματα όπως τα εργατικά ατυχήματα. Χρειάζεται μια πιο συστηματική προσέγγιση για την προαγωγή της ψυχικής υγείας και ολοκληρωμένα προγράμματα με συνδεόμενες δράσεις».

georgiou_32895.jpg

Η Γεωργίου τονίζει πως το σύνδρομο επαγγελματικής εξουθένωσης συνδέεται άμεσα με τα βασικά – το αίσθημα ασφάλειας που έχουν οι εργαζόμενοι και την κατοχύρωση των ορίων και των δικαιωμάτων τους και τις συνθήκες εργασίας - αλλά και με την φύση της εργασίας (πχ τα κυλιόμενα ωράρια ή την παροχή υπηρεσιών), ωστόσο αν εστιάσουμε στην συναισθηματική του διάσταση θα πρέπει να το δούμε μέσα στο πλαίσιο μιας εποχής. «Ζούμε σε πολυκρίση, συνεχείς και ταυτόχρονες κρίσεις και μια αιωρούμενη απειλή πολέμου. Αυτό πιέζει τα άτομα σε όλα τα επίπεδα», τονίζει η οργανωσιακή ψυχολόγος. «Κι όλο αυτό συνδέεται και με την απώλεια νοήματος και ματαιότητας – κι όχι μονάχα από την πλευρά της αμοιβής. Για παράδειγμα, οι δημόσιοι υπάλληλοι δέχονται πολύ συχνά κακοποιητικές συμπεριφορές από το κοινό γιατί ο θυμός του κόσμου απέναντι στο κράτος επικεντρώνεται στον δημόσιο λειτουργό. Τα ίδια συμβαίνουν σε υπαλλήλους στα καταστήματα ή στον τουρισμό, όπου υπάρχουν εξαντλητικά ωράρια και χαμηλές αμοιβές. Επίσης, εξουθένωση μπορεί να νιώσουν κι άνθρωποι που φροντίζουν άλλους, στις υπηρεσίες υγείας, που αναπτύσσουν κόπωση συμπόνοιας».

Το burnout έχει μια διαδρομή, υπογραμμίζει η Γεωργίου. «Φανταστείτε έναν εργατικό άνθρωπο, που ξεκινά με ενθουσιασμό κι επενδύει στη δουλειά του και στη συνέχεια αρχίζει να αναρωτιέται πως προχωρά κι αν η δουλειά του τον ανταμείβει όσο αξίζει. Δεν είναι κάθε κυνικός ή αδιάφορος εργαζόμενος εξαντλημένος, αλλά εξαντλείται εκείνος που επένδυσε και δεν αναγνωρίστηκε κι άρχισε να αλλάζει την συμπεριφορά του. Το άτομο, που πιθανότατα ήδη βιώνει σωματικά συμπτώματα, συναισθηματικά παγώνει και διαβρώνεται το σύνολο της συμπεριφοράς του. Αρχίζουν οι απαξιωτικές και ματαιωτικές σκέψεις για την εργασία του κι έρχεται ύστερα η απώλεια νοήματος. Αν συνεχίσει και βυθίζεται και δεν κάνει δραστικές αλλαγές, ο εργαζόμενος μπορεί να χάσει την ταυτότητά του και, ενδεχομένως, τη δουλειά του αφού δεν θα αποδίδει όπως πριν. Πολλές φορές το άτομο δεν αντιλαμβάνεται το μέγεθος του προβλήματος και δεν ζητά βοήθεια – πρέπει όλοι να αυτοεξεταζόμαστε για αυτό, να παρατηρούμε τους εαυτούς μας. Και να μην φοβόμαστε τις αλλαγές, αν η δουλειά μας εξαντλεί πρέπει να τολμήσουμε την αλλαγή. Έχουν αναπτυχθεί κρατικές δωρεάν δομές για την υποστήριξη της ψυχικής υγείας των εργαζομένων – πρέπει να ζητάμε βοήθεια. Όπως και να είμαστε σε εγρήγορση για τον διπλανό μας, αν παρατηρήσουμε ότι έχει συμπτώματα να του το επισημάνουμε».

Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός για την Υγεία και στην Ασφάλεια στην Εργασία «τρέχει» από τις αρχές του 2026 μια καμπάνια με επίκεντρο την ψυχική υγεία και τους ψυχοκοινωνικούς παράγοντες που την επηρεάζουν, ενώ η Κομισιόν έχει συγκροτήσει σχετική ομάδα εργασίας, η οποία αναμένεται έως το τέλος του έτους να δημοσιοποιήσει ένα κείμενο που θα αποτελέσει τη βάση για την νομοθέτηση νέου πλαισίου σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης. «Στις χώρες που έχουν καλές εργασιακές πρακτικές αναγνωρίζεται ως πολύ σημαντικός ο παράγοντας η ψυχική υγεία και πλέον μιλάμε για υγεία, ασφάλεια και ευεξία στη δουλειά», μας λέει ο πρόεδρος του Οργανισμού, Ανδρέας Στοϊμενίδης. «Οι χώρες αυτές αναγνωρίζουν τους ψυχοκοινωνικούς κινδύνους στην οργάνωση και τη διαχείριση της εργασίας. Αυτές οι χώρες έχουν λύσει τα βασικά εργασιακά ζητήματα κι εστιάζουν πια στην ποιότητα της εργασίας. Υπάρχει όμως και μια δεύτερη κατηγορία χωρών, στην οποία εμφατικά ανήκει και η δική μας χώρα, όπου η ψυχική, συναισθηματική και σωματική κόπωση καθορίζεται από την νομοθεσία, όπως αυτή άλλαξε το 2021, το 2023 και το 2025. Αυτές οι αλλαγές έχουν αυξήσει την ανισομέρεια σε βάρος των εργαζομένων κι έχουν δημιουργήσει συνθήκες μεγάλης κόπωσης του εργατικού δυναμικού, γεγονός που το βλέπουμε στην πολύ μεγάλη αύξηση των απωλειών στους χώρους εργασίας».

stoimenidis_e99f9.jpg

«Όταν κάποιος εργάζεται 13 ώρες την ημέρα είναι προφανώς ήδη εξαντλημένος, είναι ήδη καμένος», τονίζει ο Στοϊμενίδης. «Κι αυτό έχει αρνητικά αποτελέσματα και σε αναπτυξιακό και σε κοινωνικό και σε δημογραφικό επίπεδο. Για να πάμε σε ένα ανθρώπινο και πολιτισμένο εργασιακό περιβάλλον θα πρέπει να ακολουθηθεί μια διαφορετική πορεία και στο κομμάτι της νομοθεσίας, αλλά και της αναπτυξιακής διαδικασίας. Χρειάζεται επίσης ένα υποστηρικτικό εργασιακό περιβάλλον που να παρέχει κίνητρα στους εργαζόμενους, αλλά και δημοκρατία τους εργασιακούς χώρους».

https://www.dnews.gr/