Η κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι εξασφάλισε σε συνεννόηση με τους παράγοντες της αγοράς ότι δεν θα μεταβληθούν οι τιμές σε βασικά προϊόντα. Το μέτρο αυτό έρχεται να διαδεχτεί το πλαφόν στο μικτό ποσοστό κέρδους, ένα μέτρο που εκ τους αποτελέσματος του υψηλότερου πληθωρισμού στη χώρα ...σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο δεν κατάφερε να αντιμετωπίσει αυτό που αποκαλούμε «ακρίβεια».
Η κυβέρνηση υποστηρίζει βέβαια ότι το πλαφόν κατάφερε να οδηγήσει σε μείωση σε συγκεκριμένα προϊόντα και επέμεινε ότι η σημερινή συμφωνία εξασφαλίζει ότι αυτές οι μειώσεις θα διατηρηθούν και μετά τη λήξη του πλαφόν, με τους παράγοντες της αγοράς να δεσμεύονται ότι δεν θα υπάρξουν αυξήσεις σε αυτά τα προϊόντα.
Σε αυτή τη βάση η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι από τον Σεπτέμβρη θα υπάρξει ευρύτερη κοινωνική συμφωνία για μειώσεις στις τιμές.
Δεν θέλω να αμφισβητήσω το ότι η κυβέρνηση και ιδίως ο αρμόδιος υπουργός θέλουν όντως να δουν τις τιμές να μειώνονται. Σε τελική ανάλυση, με όλο το διάστημα από τον Σεπτέμβρη και μετά να είναι δυνητικά χρόνος διεξαγωγής εκλογών, εύλογο είναι να θέλουν να επιδείξουν έργο σε αυτόν τον τομέα, συνυπολογίζοντας πιθανώς ότι τα βήματα προς την ειρήνευση σε σχέση με τα Στενά του Ορμούζ θα οδηγήσουν και σε αποκλιμάκωση των τιμών των καυσίμων και της ενέργειας.
Όμως, το πρόβλημα είναι ότι αυτή η κυβέρνηση είναι δομικά ανίκανη να αντιμετωπίσει το πρόβλημα. Γιατί το πρόβλημα δεν είναι απλώς ότι κάποια προϊόντα ακριβαίνουν περισσότερο από την αύξηση του κόστους παραγωγής ή ότι έχουμε υπερκέρδη. Αυτό σίγουρα ισχύει, όπως και ισχύει ότι έχουμε ακόμη μονοπωλιακές πρακτικές στην αγορά. Μόνο που ο πληθωρισμός των κερδών είναι μία από τις διαστάσεις του προβλήματος. Γιατί σημαντικό ρόλο παίζει στην ακρίβεια και η έμμεση φορολογία, είτε με τη μορφή του ΦΠΑ, είτε με τη μορφή των ειδικών φόρων κατανάλωσης, ένα πεδίο που η κυβέρνηση ούτε που θέλει να αγγίξει, ακριβώς γιατί προσδοκά να έχει υψηλά πλεονάσματα στα δημόσια οικονομικά, εκ των οποίων μικρό μόνο μέρος επιστρέφει στην κοινωνία με τη μορφή φοροελαφρύνσεων, ιδίως εάν αναλογιστούμε ότι επίμονα αρνείται να προσαρμόσει τιμαριθμικά τη φορολογική κλίμακα.
Κυρίως, όμως, η κυβέρνηση δεν θέλει να αντιμετωπίσει την άλλη όψη της ακρίβειας που είναι η αδυναμία τα εισοδήματα των εργαζόμενων να ακολουθούν την αύξηση του κόστους ζωής. Γιατί μπορεί η κυβέρνηση να επαίρεται για την ονομαστική αύξηση του κατώτερου μισθού ή του μέσου μισθού, όμως πάντα αποφεύγει να μιλήσει για το τι σημαίνει σε πραγματικούς όρους. Γιατί εκεί π.χ. προκύπτει, όπως σημείωσε πρόσφατα και η ετήσια έκθεση του ΙΝΕ ΓΣΕΕ, ότι το 2025 ο μέσος πραγματικός μισθός στη χώρα εξακολουθεί να υπολείπεται του 2009 με το μέσο πραγματικό ωρομίσθιο να είναι στο 73,5% του 2009. Σε ισοτιμίες αγοραστικής δύναμης, που είναι ο κατεξοχήν δείκτης που ενδιαφέρει, οι ετήσιες καθαρές αποδοχές ενός εργαζομένου χωρίς παιδιά είναι στον πάτο της Ευρώπης με μόνο τη Βουλγαρία να βρίσκεται πιο χαμηλά.
Και αυτό μας φέρνει στην ουσία του προβλήματος που δεν είναι απλώς η αύξηση της τιμής κάποιων προϊόντων, αλλά η συνολικότερη φτωχοποίηση των εργαζομένων. Γιατί μόνο έτσι μπορεί να περιγράψουμε μια συνθήκη όπου παρότι αυξάνονται οι ονομαστικοί μισθοί, οι εργαζόμενοι αισθάνονται ολοένα και φτωχότεροι. Κάτι που επιτείνεται και από τις αυξήσεις σε συγκεκριμένα πεδία όπως το κόστος στέγασης, όπου δεν έχουμε μόνο την αύξηση των ενεργειακών τιμών, αλλά και των ενοικίων, κατ’ επέκταση και του κόστους αγοράς νέας κατοικίας. Άλλωστε, ξέρουμε πολύ καλά ότι πέραν του πληθωρισμού ως γενικού δείκτη, οι αυξήσεις σε συγκεκριμένα προϊόντα επηρεάζουν τα λαϊκά στρώματα και τη μεσαία τάξη πολύ περισσότερο από αυτόν τον «μέσο όρο», ακριβώς γιατί μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός τους κατευθύνεται σε αυτά τα προϊόντα.
Εδώ συναντάμε το όριο της κυβέρνησης και το πραγματικό της πρόβλημα να κάνει κάτι. Και αυτό δεν είναι ότι δεν μπορεί να συγκρατήσει τις τιμές με αποτελεσματικό τρόπο, ακόμη και όταν το έχει ανάγκη για προεκλογικούς λόγους. Είναι πρωτίστως το ότι είναι μια κυβέρνηση που δεν θεωρεί εξαρχής πρόβλημα τη φτωχοποίηση των εργαζομένων, αφού της αρκεί να μπορεί να προβάλει την ονομαστική αύξηση των μισθών, του κατώτατου συμπεριλαμβανομένου, αποφεύγοντας να υπογραμμίσει ότι την ίδια στιγμή σε πραγματικούς όρους είναι κατώτεροι της περιόδου πριν από την κρίση και ότι το μερίδιο των μισθών στο συνολικό πλούτο που παράγεται στη χώρα παραμένει χαμηλό. Γιατί για αυτή την κυβέρνηση η ανισότητα είναι κάτι το φυσιολογικό και άρα δεν υπάρχει καμία ανάγκη για παρεμβάσεις που να την περιορίζουν. Αντιθέτως, το «και οι πλούσιοι να γίνονται πλουσιότεροι» για αυτή την κυβέρνηση είναι η φυσιολογική φορά των πραγμάτων και κινητήριος μοχλός της ανάπτυξης.
Όμως, όσο φτωχότεροι σε πραγματικούς όρους γίνονται οι εργαζόμενοι, τόσο πιο έντονο γίνεται το πρόβλημα της ακρίβειας, ανεξαρτήτως επιμέρους μέτρων που μπορεί να πάρει η κυβέρνηση.
Και αυτός είναι ο λόγος που η χώρα όντως χρειάζεται πολιτική αλλαγή για να υπάρξει αλλαγή πολιτικής. Γιατί ορισμένα ώριμα και αναγκαία μέτρα για την αναδιανομή και για την ενίσχυση των εισοδημάτων των λαϊκών στρωμάτων και της μεσαίας τάξης είναι έξω και πέρα από τον διανοητικό και πολιτικό ορίζοντα αυτής της κυβέρνηση, την ώρα που είναι περισσότερο παρά ποτέ επείγοντα.
in.gr
.jpg)