Ο πρώην πρωθυπουργός προετοιμάζει την πολιτική του επιστροφή, διεκδικώντας μεγάλο μέρος της παραδοσιακής εκλογικής βάσης της ΝΔ και ρόλο στις μετεκλογικές εξελίξεις. Οι ανησυχητικές δημοσκοπήσεις για το Μαξίμου, οι επαφές με «γαλάζια» στελέχη, η συγκρότηση ψηφοδελτίων και η συζήτηση για κυβέρνηση... συνεργασίας χωρίς τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Η σκιά του 1993 επιστρέφει στην οικογένεια Μητσοτάκη
Η μεγαλύτερη απειλή για το πολιτικό μέλλον του Κυριάκου Μητσοτάκη μπορεί τελικά να μην προέρχεται ούτε από τον Αλέξη Τσίπρα ούτε από τον Νίκο Ανδρουλάκη, αλλά από έναν άνθρωπο που γνωρίζει όσο λίγοι τους μηχανισμούς, τις ιστορικές αντιθέσεις και τις εσωτερικές ισορροπίες της Νέας Δημοκρατίας. Ο Αντώνης Σαμαράς προετοιμάζει την επόμενη κίνησή του, με τις διεργασίες για τη δημιουργία νέου πολιτικού φορέα να έχουν προχωρήσει σημαντικά και το ενδιαφέρον να στρέφεται πλέον στον χρόνο των επίσημων ανακοινώσεων. Στο Μέγαρο Μαξίμου αντιλαμβάνονται ότι δεν έχουν απέναντί τους έναν ακόμη δυσαρεστημένο πρώην αρχηγό, αλλά έναν πολιτικό που διαθέτει ισχυρές διασυνδέσεις στην παραδοσιακή Δεξιά, εμπειρία πρωθυπουργίας και προσωπική γνώση του κομματικού μηχανισμού.
Οι τελευταίες πληροφορίες από τις εκλογικές περιφέρειες προσθέτουν βάρος στους κυβερνητικούς προβληματισμούς. Παραδοσιακοί ψηφοφόροι της ΝΔ, που διατηρούν δεσμούς με την καραμανλική και σαμαρική πτέρυγα, εμφανίζονται ολοένα πιο απομακρυσμένοι από τη σημερινή ηγεσία. Δεν πρόκειται αποκλειστικά για πολίτες που έχουν ήδη εγκαταλείψει δημοσκοπικά το κυβερνών κόμμα. Το ενδιαφέρον βρίσκεται και σε εκείνους που εξακολουθούν να δηλώνουν ότι θα ψηφίσουν Νέα Δημοκρατία, αλλά εξετάζουν πλέον το ενδεχόμενο να ακολουθήσουν τον Σαμαρά εφόσον ανακοινώσει νέο κόμμα.
Εδώ βρίσκεται ο πραγματικός κίνδυνος για τον Μητσοτάκη. Ένα κόμμα με τη σφραγίδα του πρώην πρωθυπουργού δεν θα διεκδικήσει απλώς τις ψήφους της δυσαρέσκειας. Θα επιχειρήσει να εισχωρήσει στον ιστορικό κορμό της παράταξης, αμφισβητώντας την ίδια την πολιτική και ιδεολογική εκπροσώπησή της από τη σημερινή ηγεσία. Και εάν αυτή η προσπάθεια αποκτήσει ουσιαστικό εκλογικό βάθος, η επόμενη κρίση στη Νέα Δημοκρατία δεν θα αφορά μόνο την αυτοδυναμία, αλλά και την παραμονή του Κυριάκου Μητσοτάκη στην προεδρία της.
Οι δημοσκοπήσεις και η «γαλάζια» βάση που κοιτάζει προς τον Σαμαρά
Η δημοσκόπηση της MRB για το OPEN προσφέρει μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα εικόνα της δυνητικής επιρροής του πρώην πρωθυπουργού. Το 16,8% των ερωτηθέντων δήλωσε ότι σίγουρα ή μάλλον θα ψήφιζε ένα νέο κόμμα υπό τον Αντώνη Σαμαρά, ποσοστό που αποτυπώνει ένα ευρύτερο ακροατήριο πιθανής υποστήριξης και όχι δεδομένη εκλογική δύναμη. Ακόμη σημαντικότερη για τους συσχετισμούς μέσα στη ΝΔ είναι η απάντηση του 7% των σημερινών ψηφοφόρων της, οι οποίοι δηλώνουν ότι σίγουρα θα επέλεγαν τον Σαμαρά εφόσον προχωρούσε στην ίδρυση κόμματος.
Πρόκειται για μια καταγραφή που φωτίζει το πρόβλημα της κυβέρνησης. Η Νέα Δημοκρατία βρίσκεται ήδη στο 23,8% στην τελευταία δημοσκόπηση της Alco, ενώ η συσπείρωσή της περιορίζεται στο 60% και το 21,9% των ψηφοφόρων της του 2023 παραμένει αναποφάσιστο. Σε αυτό το περιβάλλον, ακόμη και μια σχετικά περιορισμένη πρόσθετη απώλεια προς τον Σαμαρά θα μπορούσε να επηρεάσει καθοριστικά την κοινοβουλευτική δύναμη του κυβερνώντος κόμματος.
Η δυναμική ενός πιθανού νέου σχηματισμού δεν αποτυπώνεται με τον ίδιο τρόπο σε όλες τις μετρήσεις. Η Palmos Analysis είχε καταγράψει σημαντικά ποσοστά απόρριψης του ενδεχομένου ψήφου στον Σαμαρά, ενώ η εμφάνιση νέων σχηματισμών στα δεξιά της ΝΔ αυξάνει τον ανταγωνισμό για το ίδιο εκλογικό ακροατήριο. Το πολιτικό βάρος του πρώην πρωθυπουργού, ωστόσο, δεν εξαντλείται σε μια δημοσκοπική καταγραφή. Συνδέεται με τη δυνατότητά του να απευθυνθεί σε στελέχη, τοπικούς μηχανισμούς και ψηφοφόρους που εξακολουθούν να θεωρούν τη Νέα Δημοκρατία δική τους παράταξη, αλλά δεν ταυτίζονται πλέον με τον Μητσοτάκη.
Σε αυτό ακριβώς το κοινό απευθύνεται η στρατηγική του Σαμαρά. Δεν εμφανίζεται ως ένας πολιτικός που εγκατέλειψε ιδεολογικά τη ΝΔ. Επιχειρεί να παρουσιάσει τον σημερινό πρωθυπουργό ως εκείνον που απομακρύνθηκε από τις παραδοσιακές αρχές της παράταξης, μετατρέποντας την προσωπική τους σύγκρουση σε αντιπαράθεση για την πολιτική ταυτότητα της Κεντροδεξιάς.
Τα ψηφοδέλτια, οι παλιοί υπουργοί και το οργανωτικό δίκτυο που προετοιμάζεται
Οι πληροφορίες για τη συγκρότηση του νέου κόμματος γίνονται ολοένα πιο συγκεκριμένες. Σύμφωνα με πρόσφατο ρεπορτάζ του in.gr, έχουν εντοπιστεί γραφεία στη συμβολή των οδών Ιπποκράτους και Σόλωνος, ενώ η προετοιμασία των ψηφοδελτίων βρίσκεται σε προχωρημένο στάδιο. Ο πρώην πρωθυπουργός συνεχίζει τις συναντήσεις με πολιτικά στελέχη και συνεργάτες, με το βάρος να πέφτει στην Πελοπόννησο, στη Βόρεια Ελλάδα και στις μεγάλες εκλογικές περιφέρειες της Αττικής.
Μεταξύ των προσώπων που αναφέρονται στα σχετικά δημοσιεύματα βρίσκονται ο πρώην υπουργός Κώστας Τζαβάρας, ο στενός συνεργάτης του Σαμαρά Θανάσης Σκορδάς, ο πρώην υπουργός Μάριος Σαλμάς και η Ιωάννα Γκελεστάθη, η οποία έχει αποχωρήσει από τη Νέα Δημοκρατία ασκώντας σκληρή κριτική στους εσωκομματικούς μηχανισμούς. Για τον Βόρειο Τομέα της Αθήνας συζητείται η υποψηφιότητα Σαλμά, με προφανές πολιτικό ενδιαφέρον λόγω της παρουσίας του Άδωνι Γεωργιάδη στην ίδια περιφέρεια.
Οι κινήσεις αυτές αποτυπώνουν μια προσπάθεια δημιουργίας οργανωμένης πολιτικής παρουσίας και όχι απλώς μιας προσωπικής πρωτοβουλίας που θα στηριχθεί στο όνομα του πρώην πρωθυπουργού. Ο Σαμαράς γνωρίζει ότι για να επηρεάσει ουσιαστικά την εκλογική δύναμη της Νέας Δημοκρατίας χρειάζεται πρόσωπα με αναγνωρισιμότητα, τοπικά ερείσματα και πρόσβαση σε παραδοσιακούς κομματικούς πυρήνες.
Η πολιτική του επιχειρηματολογία έχει επίσης αποκτήσει συγκεκριμένο περιεχόμενο. Στις τελευταίες δημόσιες παρεμβάσεις του καταγγέλλει τη νεοφιλελεύθερη διαχείριση, την εγκατάλειψη της ελληνικής περιφέρειας, την υποχώρηση της κοινωνικής συνοχής και την απουσία εθνικού οράματος. Παράλληλα, διατηρεί την ιδιαίτερα σκληρή κριτική του στους κυβερνητικούς χειρισμούς στα ελληνοτουρκικά.
Ο πρώην πρωθυπουργός επιδιώκει έτσι να συνδέσει τη συντηρητική πολιτική του ταυτότητα με τη δυσαρέσκεια για την ακρίβεια και την καθημερινότητα. Η επιλογή αυτή έχει ενδιαφέρον, καθώς διευρύνει το πεδίο της αντιπαράθεσής του με τον Μητσοτάκη πέρα από τα εθνικά θέματα, στα οποία μέχρι πρόσφατα επικεντρωνόταν μεγάλο μέρος της κριτικής του.
Ο Σαμαράς και το πολιτικό τέλος Μητσοτάκη – Το 25% που έθεσε ο ίδιος ο πρωθυπουργός
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει ήδη αναγνωρίσει δημοσίως ότι μια πολύ χαμηλή εκλογική επίδοση θα δημιουργούσε ζήτημα ηγεσίας στη Νέα Δημοκρατία. Στη συνέντευξή του στον ΣΚΑΪ, ερωτηθείς για το ενδεχόμενο αμφισβήτησής του εάν το κόμμα συγκεντρώσει 25%, απάντησε ότι σε μια τέτοια περίπτωση οι βουλευτές θα είχαν λόγο να θέσουν το ζήτημα.
Η τοποθέτηση έχει ιδιαίτερη σημασία υπό το πρίσμα των σχεδίων Σαμαρά. Η είσοδος ενός νέου κόμματος στην εκλογική αναμέτρηση θα μπορούσε να αφαιρέσει κρίσιμες δυνάμεις από τη ΝΔ, δημιουργώντας συνθήκες εσωκομματικής αμφισβήτησης ακόμη και αν το κυβερνών κόμμα διατηρούσε την πρώτη θέση.
Στις πολιτικές συζητήσεις έχει ήδη επανέλθει το 28,31% των ευρωεκλογών του 2024 ως ένας αυστηρότερος πήχης για την αξιολόγηση του πρωθυπουργού. Ένα αποτέλεσμα χαμηλότερο από εκείνο της προηγούμενης ευρωπαϊκής αναμέτρησης θα έδινε νέα επιχειρήματα σε όσους θεωρούν ότι η Νέα Δημοκρατία χρειάζεται διαφορετική ηγεσία για να ανακτήσει την παλαιότερη εκλογική της επιρροή.
Ο Σαμαράς δεν χρειάζεται να διεκδικήσει ο ίδιος την πρωτιά για να διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στις εξελίξεις. Θα αρκούσε μια εκλογική παρουσία ικανή να απομακρύνει τη ΝΔ από την αυτοδυναμία και να επιταχύνει τις συζητήσεις για το πολιτικό μέλλον του Μητσοτάκη.
Το ίδιο το Μέγαρο Μαξίμου έχει καταστήσει σαφές ότι δεν βλέπει περιθώρια συνεννόησης με τον πρώην πρωθυπουργό. Η προσωπική και πολιτική ρήξη είναι βαθιά, με τις δύο πλευρές να ανταλλάσσουν αιχμές ακόμη και για την ιστορική φυσιογνωμία της παράταξης.
Το μεγάλο μετεκλογικό σενάριο – Μεταβατική κυβέρνηση με πρωθυπουργό Σαμαρά;
Εδώ ακριβώς αρχίζει ένα δεύτερο, πολύ πιο σύνθετο κεφάλαιο του πολιτικού παρασκηνίου. Η συζήτηση για τον Σαμαρά δεν περιορίζεται πλέον στην εκλογική ζημιά που μπορεί να προκαλέσει στον Μητσοτάκη. Επεκτείνεται στον ρόλο που θα μπορούσε να διαδραματίσει ο ίδιος στον σχηματισμό της επόμενης κυβέρνησης.
Στο πλαίσιο αυτών των σεναρίων εξετάζεται ακόμη και η δυνατότητα συγκρότησης κυβέρνησης συνεργασίας με επικεφαλής τον πρώην πρωθυπουργό, εφόσον οι εκλογές δεν αναδείξουν αυτοδύναμη πλειοψηφία και οι πολιτικές δυνάμεις επιδιώξουν μια μεταβατική λύση. Πρόκειται για σενάριο που έχει ήδη εμφανιστεί στη δημόσια συζήτηση, χωρίς να έχει συνοδευτεί από επιβεβαιωμένες συμφωνίες μεταξύ κομμάτων.
Η λογική όσων το εξετάζουν στηρίζεται σε δύο δεδομένα. Το πρώτο είναι ότι ο Σαμαράς έχει ήδη διατελέσει πρωθυπουργός κυβέρνησης συνεργασίας, από το 2012 έως το 2015, διαθέτοντας σχετική πολιτική εμπειρία. Το δεύτερο είναι ότι η απουσία αυτοδυναμίας θα μπορούσε να οδηγήσει σε αναζήτηση διαφορετικών κυβερνητικών συνθέσεων, ιδιαίτερα εάν είχε προηγηθεί αλλαγή ηγεσίας στη Νέα Δημοκρατία.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η δημόσια παρέμβαση του Θανάση Σκορδά, πρώην υφυπουργού και στενού συνεργάτη του Σαμαρά, ο οποίος έχει ήδη θέσει το ζήτημα της κυβερνησιμότητας και της αναζήτησης αξιόπιστων κυβερνητικών εταίρων. Η συζήτηση, επομένως, δεν αφορά αποκλειστικά το ενδεχόμενο δημιουργίας μιας ακόμη αντιπολιτευτικής παράταξης, αλλά και τη δυνατότητα ενός νέου πολιτικού φορέα να αποκτήσει ρυθμιστικό ρόλο μετά τις εκλογές.
Για να αποκτήσει υπόσταση μια κυβέρνηση Σαμαρά θα χρειαζόταν συγκεκριμένη κοινοβουλευτική στήριξη, είτε με τη συμμετοχή είτε με την ανοχή άλλων πολιτικών δυνάμεων. Το μεγαλύτερο εμπόδιο δεν είναι μόνο η κοινοβουλευτική αριθμητική. Είναι οι βαθιές πολιτικές διαφορές ανάμεσα στη Νέα Δημοκρατία, στο ΠΑΣΟΚ και στις υπόλοιπες παρατάξεις, όπως και η στάση που θα κρατούσε η κοινοβουλευτική ομάδα της ΝΔ απέναντι σε μια τέτοια επιλογή.
Στην πιο προχωρημένη εκδοχή του σεναρίου, ο Αντώνης Σαμαράς θα επιχειρούσε να εμφανιστεί ως πρόσωπο με την πολιτική εμπειρία να ηγηθεί μιας κυβέρνησης περιορισμένης διάρκειας, η οποία θα αναλάμβανε τη διαχείριση κρίσιμων εκκρεμοτήτων. Θα επρόκειτο για μια θεαματική επιστροφή στο κέντρο της εξουσίας, αυτή τη φορά χωρίς τον Κυριάκο Μητσοτάκη.
Η σκιά του 1993 και η επόμενη παρέμβαση Καραμανλή
Η ιστορική διάσταση της σύγκρουσης δεν περνά απαρατήρητη. Ο Αντώνης Σαμαράς έχει συνδέσει το όνομά του με την πολιτική κρίση του 1993, όταν η ρήξη του με τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη συνέβαλε στην απώλεια της κυβερνητικής πλειοψηφίας και στην πτώση της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας.
Τριάντα τρία χρόνια αργότερα, ο πρώην πρωθυπουργός βρίσκεται σε ανοιχτή αντιπαράθεση με τον γιο του τότε πολιτικού του αντιπάλου. Οι συνθήκες είναι διαφορετικές, όπως διαφορετική είναι και η θέση του Σαμαρά. Το ιστορικό προηγούμενο, όμως, εξακολουθεί να έχει ιδιαίτερο συμβολισμό στο εσωτερικό της παράταξης.
Στο παρασκήνιο αποκτά σημασία και η στάση του Κώστα Καραμανλή, ο οποίος προετοιμάζει νέα δημόσια παρέμβαση για τα εθνικά θέματα στο Πολεμικό Μουσείο. Ο πρώην πρωθυπουργός έχει επανειλημμένα διατυπώσει αποστάσεις από κυβερνητικές επιλογές, χωρίς να έχει εκφράσει δημόσια υποστήριξη για τη δημιουργία κόμματος Σαμαρά. Η πολιτική βαρύτητα των παρεμβάσεών του, ωστόσο, επηρεάζει τις συζητήσεις στους παραδοσιακούς κύκλους της Νέας Δημοκρατίας.
Ο Μητσοτάκης έχει επιχειρήσει να χρησιμοποιήσει το ιστορικό του 1993 ως επιχείρημα απέναντι στον Σαμαρά, επαναφέροντας το ζήτημα της ευθύνης για την πτώση της κυβέρνησης του πατέρα του. Η απάντηση του πρώην πρωθυπουργού υπήρξε εξαιρετικά σκληρή, μεταφέροντας τη σύγκρουση από το επίπεδο των προσωπικών διαφορών στο δικαίωμα εκπροσώπησης της παράταξης.
«Το ποιος διαθέτει τεχνογνωσία για να βλάψει την παράταξη δεν το αποφασίζει η οικογένεια Μητσοτάκη, αλλά ο λαός της παράταξης».
https://periodista.gr/
