Η βρετανική μοναρχία φαίνεται πως δεν προλαβαίνει να μετρά τα σκάνδαλα που τη βαραίνουν. Κάθε νέα αποκάλυψη έρχεται να προστεθεί στην προηγούμενη, επαναφέροντας στο προσκήνιο όχι μόνο τις προσωπικές υποθέσεις των μελών της βασιλικής οικογένειας, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο η εξουσία προστατεύει τους ανθρώπους που βρίσκονται κοντά της.
Η υπόθεση του καταδικασμένου μαστροπού και παιδοβιαστή Τζέφρι Έπσταϊν εξακολουθεί να ρίχνει τη σκιά της πάνω στον πρώην πρίγκιπα Άντριου, ενώ οι αποκαλύψεις για τις καταγγελίες σε βάρος του πατέρα της Μέγκαν Μαρκλ εγείρουν νέα ερωτήματα για τους χειρισμούς της βρετανικής αστυνομίας. Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, ο βασιλιάς Κάρολος ξεκινά περιοδεία στην Καραϊβική, όπου το ίδιο το Στέμμα βρίσκεται αντιμέτωπο με τις απαιτήσεις των πρώην αποικιών για αναγνώριση των εγκλημάτων της δουλείας και καταβολή αποζημιώσεων.
Από τις αίθουσες του Μπάκιγχαμ μέχρι τις πρώην βρετανικές αποικίες, το παρελθόν επιστρέφει διαρκώς για να υπενθυμίσει ότι η λάμψη της μοναρχίας συνυπήρξε με πολύ σκοτεινότερες ιστορίες. Και αυτή τη φορά, το ερώτημα δεν είναι μόνο πόσα ακόμη σκάνδαλα μπορεί να αντέξει η βασιλική οικογένεια, αλλά πόσο καιρό μπορεί να συνεχίσει να αντιμετωπίζει τη λογοδοσία ως ζήτημα δημόσιας εικόνας.
Μια επιστολή που χάθηκε
Σύμφωνα με τους Times, η Μητροπολιτική Αστυνομία του Λονδίνου φέρεται να έχασε επιστολή του 2019, η οποία περιείχε σοβαρές καταγγελίες σε βάρος του Τόμας Μαρκλ, πατέρα της δούκισσας του Σάσεξ, και αναγκάστηκε να ζητήσει αντίγραφό της από την ίδια τη Μέγκαν.
Την επιστολή είχε συντάξει η Ρόσλιν Λάβλες, πρώτη σύζυγος του Τόμας Μαρκλ, κατηγορώντας τον για σεξουαλικά αδικήματα εις βάρος παιδιών και προειδοποιώντας ότι ενδέχεται να αποτελεί κίνδυνο για την κόρη του, τον πρίγκιπα Χάρι και τη μητέρα της Μέγκαν, Ντόρια Ράγκλαντ.
Παρότι το έγγραφο είχε φτάσει στις βρετανικές αρχές, οι καταγγελίες δεν διαβιβάστηκαν στις αρμόδιες υπηρεσίες άλλων χωρών. Η αστυνομία επανεξετάζει πλέον τους χειρισμούς της.
Η υπόθεση επανήλθε στο προσκήνιο μετά την αποκάλυψη ότι οι αρχές των Φιλιππίνων ερευνούν τον Τόμας Μαρκλ για φερόμενη κατοχή υλικού σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών. Η έρευνα ξεκίνησε έπειτα από καταγγελία του γιου του, ο οποίος υποστήριξε ότι εντόπισε εκατοντάδες σχετικές εικόνες και βίντεο.
Ο Τόμας Μαρκλ αρνείται κατηγορηματικά τις καταγγελίες, χαρακτηρίζοντάς τες «αρρωστημένα ψέματα». Μέχρι στιγμής πρόκειται για ισχυρισμούς υπό διερεύνηση και όχι για αποδεδειγμένα αδικήματα.
Ωστόσο, το ερώτημα που προκύπτει αφορά και τη στάση των βρετανικών θεσμών. Η Μέγκαν είχε δηλώσει ότι, όταν ενημερώθηκε για τις καταγγελίες, έλαβε διαβεβαιώσεις πως διερευνώνταν. Όπως επισημαίνουν οι Times, χρειάστηκε να περάσουν περίπου επτά χρόνια μέχρι να αρχίσει ουσιαστική έρευνα για τις νεότερες καταγγελίες.

Όσα συμβαίνουν πίσω από τις κλειστές πόρτες του Παλατιού
Σε άρθρο γνώμης στους Times, η υπόθεση αποκτά ευρύτερες διαστάσεις μέσα από μια φράση της Μέγκαν Μαρκλ από τη συνέντευξή της στην Όπρα Γουίνφρεϊ το 2021: «Δεν έχετε ιδέα τι συμβαίνει πίσω από κλειστές πόρτες».
Τον Ιανουάριο του 2019, ενώ ήταν έξι μηνών έγκυος, η Μέγκαν περνούσε μια ιδιαίτερα δύσκολη περίοδο. Όπως περιέγραψε αργότερα ο Χάρι στα απομνημονεύματά του, την είχε βρει να κλαίει ανεξέλεγκτα στο σπίτι τους, έχοντας φτάσει σε σημείο να μη θέλει να συνεχίσει να ζει.
Παράλληλα με τις δημόσιες υποχρεώσεις της, είχε να διαχειριστεί και τις πληροφορίες για τον πατέρα της, χωρίς το κοινό να γνωρίζει τι συνέβαινε.
Η αρθρογράφος των Times υποστηρίζει ότι η περίπτωσή της αναδεικνύει ένα παράδοξο: ακόμη και μια γυναίκα που βρισκόταν τότε στον στενότερο κύκλο της βρετανικής εξουσίας δεν διέθετε απαραίτητα την επιρροή ώστε να κινητοποιήσει τους θεσμούς.
Ο Άντριου, ο Έπσταϊν και η προστασία της εξουσίας
Την ίδια περίοδο που η Μέγκαν προσπαθούσε να διαχειριστεί όσα συνέβαιναν στην προσωπική της ζωή, ένα άλλο μέλος της βασιλικής οικογένειας βρισκόταν στο επίκεντρο ενός σκανδάλου με διεθνείς προεκτάσεις. Ο λόγος για τον πρώην πρίγκιπα Άντριου, του οποίου η σχέση με τον καταδικασμένο για σεξουαλικά εγκλήματα σε βάρος γυναικών και ανηλίκων Τζέφρι Έπσταϊν είχε προκαλέσει διεθνή κατακραυγή.
Στην περιβόητη συνέντευξή του στο Newsnight του BBC, ο Άντριου επιχείρησε να δικαιολογήσει τις επαφές του με τον Έπσταϊν, ακόμη και μετά την καταδίκη του τελευταίου. Η εμφάνισή του προκάλεσε τέτοιες αντιδράσεις ώστε αναγκάστηκε να αποσυρθεί από τα δημόσια βασιλικά καθήκοντα.

Οι καταγγελίες της Βιρτζίνια Τζουφρέ, ωστόσο, είχαν εμφανιστεί σε δικαστικά έγγραφα ήδη από το 2015. Το 2022, ο Άντριου κατέληξε σε εξωδικαστικό συμβιβασμό μαζί της, χωρίς να παραδεχθεί νομική ευθύνη.
Οι Times υπενθυμίζουν ότι η βασίλισσα Ελισάβετ εξακολούθησε επί χρόνια να τον στηρίζει, ενώ ακόμη και μετά τον συμβιβασμό εκείνος τη συνόδευσε στην επιμνημόσυνη τελετή για τον πρίγκιπα Φίλιππο.
Η αντιπαραβολή με τη Μέγκαν δεν αφορά την εξίσωση δύο διαφορετικών υποθέσεων. Αφορά τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν οι θεσμοί απέναντι στις καταγγελίες, την ισχύ των προσωπικών διασυνδέσεων και τη δυσκολία να αποδοθούν ευθύνες όταν εμπλέκονται πρόσωπα με κοινωνική και πολιτική επιρροή.

«Δεν είσαι ο βασιλιάς μου»: Η δυσαρέσκεια στρέφεται και κατά του Καρόλου
Οι αποκαλύψεις γύρω από τον Άντριου δεν έχουν πλήξει μόνο τη δική του δημόσια εικόνα. Έχουν φέρει αντιμέτωπο με την οργή διαδηλωτών και τον ίδιο τον Κάρολο, ο οποίος καλείται να απαντήσει σε ερωτήματα για όσα ενδεχομένως γνώριζε η βασιλική οικογένεια σχετικά με τις σχέσεις του αδελφού του με τον Έπσταϊν.
Τον Μάρτιο του 2026, διαδηλωτές της αντιμοναρχικής οργάνωσης Republic συγκεντρώθηκαν έξω από το Αβαείο του Ουέστμινστερ, κατά τη διάρκεια εκδήλωσης για την Ημέρα της Κοινοπολιτείας, κρατώντας πλακάτ με συνθήματα όπως «Δεν είσαι ο βασιλιάς μου» και «Κάρολε, τι γνώριζες;».
Οι αποδοκιμασίες συνεχίστηκαν και τον Ιούνιο, κατά την επίσημη παρέλαση για τα γενέθλια του μονάρχη, όταν διαδηλωτές ύψωσαν φωτογραφίες του Άντριου με τον Έπσταϊν, επαναλαμβάνοντας τα συνθήματα κατά του Καρόλου.
Η δυσαρέσκεια αυτή δείχνει ότι, για ένα μέρος της βρετανικής κοινωνίας, το ζήτημα δεν περιορίζεται πλέον στις πράξεις και τις σχέσεις ενός μέλους της βασιλικής οικογένειας, αλλά επεκτείνεται στον τρόπο με τον οποίο ολόκληρος ο θεσμός διαχειρίζεται τις αποκαλύψεις και τις απαιτήσεις για λογοδοσία.
Και ενώ στο εσωτερικό της Βρετανίας ο Κάρολος βρίσκεται αντιμέτωπος με τέτοιου είδους ερωτήματα, στην Καραϊβική τον περιμένει μια διαφορετική διεκδίκηση ευθυνών, αυτή τη φορά για το ίδιο το ιστορικό παρελθόν του Στέμματος.

Ο Κάρολος ως σύμβολο του αποικιακού παρελθόντος
Την ώρα που αυτές οι υποθέσεις εξακολουθούν να απασχολούν τη βρετανική κοινή γνώμη, ο Κάρολος βρίσκεται αντιμέτωπος με μια διαφορετική, αλλά εξίσου δύσκολη συζήτηση.
Η περιοδεία του στην Καραϊβική, που ξεκινά στις 27 Οκτωβρίου από τις Μπαχάμες και περιλαμβάνει τη Γουιάνα και την Αντίγκουα και Μπαρμπούντα, πραγματοποιείται εν μέσω αυξανόμενων αιτημάτων για αποζημιώσεις λόγω της συμμετοχής της Βρετανίας στο διατλαντικό δουλεμπόριο.
Μιλώντας στο People, η πρώην δημοσιογράφος του BBC και ακτιβίστρια Λόρα Τρεβέλιαν περιγράφει τον Κάρολο ως «σύμβολο του περίπλοκου παρελθόντος της Βρετανίας» με την περιοχή.
Η Τρεβέλιαν γνωρίζει προσωπικά το βάρος αυτής της ιστορίας. Το 2023 εγκατέλειψε τη θέση της στο BBC, αφού ανακάλυψε ότι οι πρόγονοί της είχαν στην ιδιοκτησία τους περισσότερους από 1.000 σκλαβωμένους ανθρώπους στη Γρενάδα. Έκτοτε δραστηριοποιείται υπέρ των ιστορικών αποζημιώσεων.
Κατά την ίδια, η βασιλική οικογένεια δεν υπήρξε απλός παρατηρητής της αποικιακής εκμετάλλευσης, αλλά συνδέθηκε με την ανάπτυξη του δουλεμπορίου μέσω της υποστήριξης που παρείχε το Στέμμα σε εμπορικές εταιρείες.
Η αναγνώριση αυτής της ιστορίας, υποστηρίζει, δεν μπορεί να περιορίζεται σε προσεκτικά διατυπωμένες ομιλίες.
Η ιστορία δεν έχει τελειώσει
Η Τρεβέλιαν θεωρεί ότι ο Κάρολος θα μπορούσε να αξιοποιήσει το ενδιαφέρον του για την κλιματική κρίση, υποστηρίζοντας έργα υποδομής και ερευνητικά προγράμματα στις χώρες της Καραϊβικής, οι οποίες πλήττονται ολοένα περισσότερο από την άνοδο της θερμοκρασίας και τους ισχυρούς τυφώνες.
«Η ιδέα ότι το παρελθόν έχει πεθάνει εδώ και πολύ καιρό απλώς δεν είναι αληθινή. Στην Καραϊβική καθορίζει σε μεγάλο βαθμό το παρόν», επισημαίνει.
Στη Γουιάνα, ο πρόεδρος Μοχάμεντ Ιρφάν Άλι έχει επίσης ζητήσει η αναγνώριση των εγκλημάτων της δουλείας να συνοδευτεί από πρακτικά μέτρα που θα αντιμετωπίζουν τις μακροχρόνιες οικονομικές και κοινωνικές συνέπειές της.
Το Παλάτι διαμηνύει ότι ο Κάρολος δεν θα αποφύγει τις σκοτεινότερες σελίδες της βρετανικής ιστορίας. Ωστόσο, η συνταγματική του θέση τον υποχρεώνει να ακολουθεί την πολιτική της κυβέρνησης, η οποία δεν προτίθεται να προχωρήσει σε επίσημη συγγνώμη ή αποζημιώσεις.
Το 2021, ο Κάρολος είχε παραστεί στην ιστορική μετάβαση των Μπαρμπέιντος σε αβασίλευτη δημοκρατία. Πέντε χρόνια αργότερα, επιστρέφει σε μια περιοχή όπου η συζήτηση για τη βρετανική αποικιοκρατία παραμένει ζωντανή.
Για τη βρετανική μοναρχία, που αντλεί μεγάλο μέρος της νομιμοποίησής της από την ιστορική συνέχεια, αυτή ακριβώς η ιστορία γίνεται όλο και συχνότερα πηγή αμφισβήτησης. Και όσο οι αποκαλύψεις διαδέχονται η μία την άλλη, τόσο δυσκολότερο γίνεται να διατηρηθεί η απόσταση ανάμεσα στη λαμπερή δημόσια εικόνα του Στέμματος και σε όσα εξακολουθούν να ζητούν απαντήσεις.
H βρετανική μοναρχία αντιμέτωπη με τη δυσαρέσκεια των πολιτών
Η δυσαρέσκεια απέναντι στη βρετανική μοναρχία δεν περιορίζεται πλέον στις πράξεις μεμονωμένων μελών της βασιλικής οικογένειας. Οι αποκαλύψεις για τον Άντριου, τα ερωτήματα για τους χειρισμούς των αρχών στην υπόθεση του πατέρα της Μέγκαν Μαρκλ και οι διεκδικήσεις των πρώην αποικιών επαναφέρουν στο προσκήνιο μια ευρύτερη συζήτηση για την εξουσία, τα προνόμια και την απουσία λογοδοσίας.
Τα συνθήματα «Δεν είσαι ο βασιλιάς μου» και «Κάρολε, τι γνώριζες;», που ακούστηκαν σε αντιμοναρχικές διαδηλώσεις, αποτυπώνουν τη δυσπιστία ενός μέρους της βρετανικής κοινωνίας απέναντι στον θεσμό. Δεν πρόκειται μόνο για την αποδοκιμασία συγκεκριμένων προσώπων, αλλά και για την αμφισβήτηση ενός συστήματος στο οποίο η κοινωνική θέση και η καταγωγή εξακολουθούν να εξασφαλίζουν ιδιαίτερα προνόμια.
Για τη βρετανική μοναρχία, η πρόκληση δεν είναι απλώς να ξεπεράσει ακόμη μία κρίση δημοσίων σχέσεων. Είναι να αποδείξει ότι η λογοδοσία δεν σταματά στις πύλες του Μπάκιγχαμ και ότι η ιστορική της αίγλη δεν μπορεί να λειτουργεί ως απάντηση σε κάθε απαίτηση για ανάληψη ευθυνών.
