11 Φεβ 2026

ΑναλύσειςΙνστιτούτο Δημογραφικών Ερευνών και Μελετών: Αδύνατη η «επιστροφή» στις 92.000 γεννήσεις – αλλά υπάρχει δρόμος για φρένο και σταδιακή ανάκαμψη! Η χώρα πρέπει να στηρίξει τις νέες γενιές


Η Ελλάδα δεν βρίσκεται απλώς σε κρίση γεννήσεων. Βρίσκεται σε μακρά, διαρκή πτώση που ξεκινά από το 1980 και συνεχίζεται μέχρι σήμερα με διαφορετικές ταχύτητες, αλλά με την ίδια κατεύθυνση: λιγότερα παιδιά, σε μεγαλύτερη ηλικία και με ολοένα περισσότερους ανθρώπους να μην τεκνοποιούν καθόλου. Το ερώτημα λοιπόν δεν είναι αν «θα γίνουμε όπως παλιά», αλλά αν υπάρχει ρεαλιστικός τρόπος να μπει φρένο και...

να υπάρξει μια προοδευτική ανάκαμψη από το χαμηλό σημείο στο οποίο οδηγούμαστε.

Αυτό ακριβώς απαντά ο καθηγητής (αφ.) Δημογραφίας και ιδρυτικό μέλος του ΙΔΕΜ, , στο 3ο τεύχος του PopNews (2026), με αφορμή την Ευρωπαϊκή Ημέρα Δημογραφίας (4 Φεβρουαρίου) που –όπως σημειώνει– πέρασε και φέτος σχεδόν απαρατήρητη στην Ελλάδα.

Η ρίζα του προβλήματος: οι γενιές μετά το 1960 κάνουν λιγότερα παιδιά

Η μείωση των γεννήσεων, σύμφωνα με την ανάλυση, συνδέεται πρώτα και κύρια με την ταχύτατη πτώση της γονιμότητας των γυναικών που γεννήθηκαν μετά το 1960. Οι γενιές αυτές αποκτούν αισθητά λιγότερα παιδιά: από περίπου 2 παιδιά στις γυναίκες που γεννήθηκαν στα τέλη της δεκαετίας του ’50, σε λιγότερα από 1,5 στις γυναίκες που γεννήθηκαν γύρω στο 1985.

Και εδώ βρίσκεται η ελληνική «ιδιαιτερότητα» σε σχέση με άλλες δυτικοευρωπαϊκές χώρες: σε πολλές χώρες η πτώση της γονιμότητας «πάγωσε» προσωρινά στις γενιές του Μεσοπολέμου και εκδηλώθηκε το μεταπολεμικό baby boom. Στην Ελλάδα, αντίθετα, η μείωση συνεχίζεται σχεδόν χωρίς ανάσχεση από τις γενιές μετά τα μέσα του 19ου αιώνα, ενώ –το πιο κρίσιμο– ο αριθμός παιδιών που τελικά κάνουν οι μεταπολεμικές γενιές αποκλίνει όλο και περισσότερο από τον αριθμό παιδιών που δηλώνουν ότι θα ήθελαν.

Με άλλα λόγια: υπάρχει «ανεκμετάλλευτο αναπαραγωγικό δυναμικό», αλλά σκοντάφτει σε οικονομικούς, κοινωνικούς και θεσμικούς περιορισμούς.

Από τις 117.000 στις 65.500 γεννήσεις: η κατάρρευση μετά το 2006

Ο Κοτζαμάνης καταγράφει ως κομβικό σημείο την επιτάχυνση της πτώσης μετά το 2006. Οι γεννήσεις από 117 χιλιάδες το 2007-08 έπεσαν σε 65,5 χιλιάδες το 2025, δηλαδή μείωση κατά 52 χιλιάδες ή -44,5%.

Κεντρική αιτία: η δραματική συρρίκνωση του αριθμού των γυναικών ηλικίας 25-44 ετών – από τις οποίες προέρχονται σχεδόν 9 στις 10 γεννήσεις. Ο πληθυσμός αυτής της ηλικιακής ομάδας μειώθηκε κατά 27% από το 2007 έως το 2025, λόγω της κατάρρευσης των γεννήσεων μετά το 1980 και, δευτερευόντως, λόγω της μαζικής φυγής στο εξωτερικό μετά το 2010 ().

Οι Ελληνίδες τεκνοποιούν αργότερα – και αυτό αλλάζει τη δομή των γεννήσεων

Η πτώση δεν αφορά μόνο το «πόσα» παιδιά γίνονται, αλλά και το «πότε». Οι γενιές μετά το 1960 αποκτούν παιδιά σε ολοένα μεγαλύτερη ηλικία: από μέση ηλικία 26 έτη (γυναίκες γεννημένες το 1960) σε 31,5 έτη (γυναίκες γεννημένες το 1985).

Η αλλαγή αποτυπώνεται στα ποσοστά γεννήσεων ανά ηλικία μητέρας:

  • Μητέρες <25 ετών: από 28,1% το 1960 → 10,4% το 2023-24

  • Μητέρες 25-39 ετών: 68,2% το 1960 → 78,9% το 2023-24

  • Μητέρες ≥40 ετών: 3,8% το 1960 → 10,7% το 2023-24

Παράλληλα, ο δείκτης γονιμότητας πέφτει: από 2,22 παιδιά/γυναίκα το 1960 και το 1980, σε 1,3 το 2023-24.

Ατεκνία και «χαμένα» τρίτα παιδιά: η νέα πραγματικότητα

Ιδιαίτερα ανησυχητική είναι η αύξηση της ατεκνίας: από 13-14% στις γενιές του 1960, πλησιάζει το 24% στις γενιές γύρω στο 1985. Ταυτόχρονα μειώνονται και οι πιθανότητες να γίνει δεύτερο ή τρίτο παιδί. Το αποτέλεσμα: οι γυναίκες με 3+ παιδιά συρρικνώνονται από 300 στις 1.000 (γενιές 1955-60) σε 130 στις 1.000 (γενιές γύρω στο 1985).

Φυσικό ισοζύγιο: οι θάνατοι «τρώνε» τις γεννήσεις

Η συρρίκνωση των γεννήσεων έχει ήδη περάσει στο πιο σκληρό επίπεδο: στο φυσικό ισοζύγιο. Μετά το 2010 οι γεννήσεις υπολείπονται σταθερά των θανάτων. Η αναλογία είναι αποκαλυπτική:

  • 1980: 59 θάνατοι / 100 γεννήσεις

  • 2011: 104 / 100

  • 2019: 138 / 100

  • 2025: 186 / 100

Η «επιστροφή» στις 92.000 γεννήσεις είναι αδύνατη – αλλά όχι το φρένο

Εδώ ο Κοτζαμάνης βάζει την πιο καθαρή γραμμή: επάνοδος στα επίπεδα 2011-2020 (περίπου 92.000 γεννήσεις/έτος) είναι ανέφικτη, γιατί οι γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας θα συνεχίσουν να μειώνονται. Ακόμα κι αν βελτιωθεί ο δείκτης γονιμότητας, το “έδαφος” (δηλαδή το πλήθος των γυναικών 25-44) θα είναι μικρότερο.

Ωστόσο, η επιβράδυνση της μείωσης και στη συνέχεια μια σταδιακή αύξηση από το χαμηλό επίπεδο είναι εφικτή, υπό δύο βασικές προϋποθέσεις:

  1. Θετικό μεταναστευτικό ισοζύγιο στις ηλικίες 25-44 για τις επόμενες 35 χρονιές, ώστε να επιβραδυνθεί η μείωση του πληθυσμού των γυναικών που «γεννούν» τις στατιστικές.

  2. Αύξηση της γονιμότητας των νεότερων γενεών: από περίπου 1,45 παιδιά (γενιές γύρω στο 1985) σε 1,7–1,8 παιδιά (γενιές τέλη 2010). Αυτό προϋποθέτει να κλείσει το χάσμα ανάμεσα στην επιθυμητή και την πραγματική γονιμότητα, με ένα περιβάλλον πραγματικά φιλικό προς την οικογένεια και το παιδί.

Όχι “επιδοματάκια”: διαρθρωτικές αλλαγές, αλλιώς δεν γίνεται

Ο πυρήνας της πρότασης είναι ξεκάθαρος και καθόλου «ρομαντικός»: η ανόρθωση της γονιμότητας δεν θα έρθει από ευχές, ούτε από μεμονωμένα επιδόματα. Χρειάζεται αλλαγή των κοινωνικοοικονομικών όρων που κάνουν τους νέους να αναβάλλουν ή να εγκαταλείπουν την οικογένεια.

Τα μέτρα που προτείνονται εστιάζουν σε επτά πεδία-κλειδιά:

  1. Μείωση του υψηλού κόστους παιδιού (κυρίως εκπαίδευση και υγεία)

  2. Εναρμόνιση οικογενειακής και επαγγελματικής ζωής

  3. Άμβλυνση έμφυλων διακρίσεων

  4. Στεγαστική  μεγάλης κλίμακας: απόθεμα κατοικιών με χαμηλό ενοίκιο, ενεργειακά αποδοτικών, προσαρμοσμένων στις ανάγκες των νέων

  5. Στήριξη της μετάβασης στην ενηλικίωση και αύξηση πραγματικού διαθέσιμου εισοδήματος

  6. Διευρυμένη και στοχευμένη κοινωνική προστασία απέναντι σε κινδύνους

  7. Μείωση αβεβαιότητας και αποκατάσταση εμπιστοσύνης (trust): χωρίς εμπιστοσύνη στο μέλλον, οι μεγάλες δεσμεύσεις (οικογένεια, παιδιά) αναβάλλονται ή ακυρώνονται.

Τα όρια: πάνω από 1,8 παιδιά/γυναίκα δύσκολα – και έρχονται νέες τάσεις

Ακόμη κι αν γίνουν όλα τα παραπάνω, ο Κοτζαμάνης βάζει ένα ρεαλιστικό «ταβάνι»: δύσκολα θα ξεπεραστεί το 1,8. Και εξηγεί γιατί: στις ανεπτυγμένες χώρες μετά το 2000 εμφανίζονται νέες τάσεις που επηρεάζουν τις νεότερες γενεές ακόμη και εκεί που το περιβάλλον είναι ήδη πολύ καλύτερο από το ελληνικό: οικολογικό άγχος (κινήματα τύπου GINKS), ένταση αβεβαιότητας από κρίσεις/πολέμους/πανδημίες, μετατόπιση προς αναβολή οικογένειας και αύξηση πιθανότητας για 0 ή 1 παιδί.

Σε χώρες όπου το κράτος πρόνοιας συρρικνώνεται, αυτές οι τάσεις είναι εντονότερες. Σε χώρες όπως η Ελλάδα, όπου ευνοϊκό περιβάλλον δεν έχει καν οικοδομηθεί, είναι πιθανό να χτυπήσουν ακόμα πιο δυνατά.

Δημογραφική πολιτική: χωρίς συνοχή και συνέχεια, είναι τρύπιο βαρέλι

Η ανάλυση καταλήγει σε κάτι που στην Ελλάδα πονάει: δεν αρκεί να «μαζεύουμε μέτρα». Μια δημογραφική πολιτική πρέπει να έχει:

  • χρονική διαβάθμιση (βραχυ-/μεσο-/μακροπρόθεσμα),

  • συνεχή εφαρμογή,

  • αξιολόγηση (on-going και ex-post),

  • συμβατότητα με αναπτυξιακή/κοινωνική/οικονομική πολιτική.

Και –το πιο κρίσιμο– συνοχή και συνέχεια. Αποσπασματικά ή διακοπτόμενα μέτρα καίνε την αποτελεσματικότητα και διαβρώνουν την εμπιστοσύνη ότι το κράτος θα στηρίξει την επιλογή της οικογένειας.

Ελλάδα: άνισες πραγματικότητες ανά νομό και δήμο

Τέλος, υπογραμμίζεται ότι η δημογραφία δεν είναι ίδια παντού. Σε επίπεδο Περιφερειακών Ενοτήτων ο δείκτης γονιμότητας κυμαίνεται από 1 έως 1,8 παιδιά/γυναίκα, ενώ η αναλογία θανάτων/γεννήσεων εκτοξεύεται σε αρκετές περιοχές. Το συμπέρασμα είναι προφανές: χρειάζονται όχι μόνο «οριζόντιες» πολιτικές, αλλά και σοβαρός ρόλος της αποκεντρωμένης διοίκησης με στοχευμένες παρεμβάσεις.

Το συνολικό μήνυμα του Κοτζαμάνη είναι ωμό αλλά καθαρό: δεν υπάρχει μαγικό κουμπί, δεν υπάρχει επιστροφή στις παλιές δεκαετίες, και τα επιδόματα από μόνα τους είναι άλλοθι. Αν η χώρα θέλει να σταματήσει την κατρακύλα, πρέπει να αλλάξει τους όρους ζωής των νέων γενεών – εργασία, στέγη, εισόδημα, υπηρεσίες, εμπιστοσύνη. Αλλιώς, η υπογεννητικότητα δεν είναι “πρόβλημα”. Είναι η φυσική συνέπεια ενός μοντέλου που δεν σηκώνει οικογένεια.

Δείτε την έρευνα