Του Μάνου Λαμπράκη
Μια συνάντηση που υποτίθεται ότι φέρει το βάρος δεκαετιών εντάσεων, στρατηγικών ισορροπιών και ιστορικών τραυμάτων, κατέληξε να αποτυπωθεί στη δημόσια μνήμη μέσα από ένα χαρτομάντιλο...
που γλιστρά διακριτικά κάτω από έναν φάκελο συμφωνιών. Και εκεί βρίσκεται η πιο ειλικρινής εικόνα της στιγμής: η διπλωματία να κρύβεται, όπως το μαντήλι, κάτω από μια επιφάνεια που προσπαθεί να διατηρήσει τη σοβαρότητά της.Πόσο άραγε συμβολική είναι αυτή η κίνηση;
Τι ακριβώς σκουπίζεται και τι ακριβώς αποκρύπτεται;
Και κυρίως: τι άλλο μπήκε κάτω από εκείνον τον φάκελο, εκτός από ένα κομμάτι χαρτί;
Γιατί αν σταθούμε για λίγο στην εικόνα, το ερώτημα γίνεται αναπόφευκτο, σχεδόν βίαιο. Μήπως τελικά η ουσία αυτής της επίσκεψης ήταν ακριβώς αυτό το αμήχανο δευτερόλεπτο; Μήπως οι επτά συμφωνίες «χαμηλής πολιτικής», η αόριστη ρητορική περί συνεργασίας και τα προσεκτικά χαμόγελα δεν είχαν το βάρος που τους αποδόθηκε;
Τι σημαίνει ακριβώς «αξιολόγηση ευκαιριών συνεργασίας στη διασύνδεση ηλεκτρικής ενέργειας»;
Σε ποιον ανήκει το καλώδιο;
Πού περνά;
Ποιος δίνει άδεια; Από πότε η Κάσος, το Αιγαίο, η Ανατολική Μεσόγειος γίνονται τεχνικοί όροι σε ανακοινώσεις που μοιάζουν αθώες αλλά στάζουν γεωπολιτική;
Και αν είναι τόσο αθώες, γιατί δεν λέγονται καθαρά;
Ακόμη πιο αποκαλυπτική, σχεδόν τραγικά αποκαλυπτική, ήταν η φευγαλέα γλωσσική αστοχία: «Κώστας» αντί για Κυριάκος. Ένα λάθος που μπορεί να διαβαστεί ως ανθρώπινο, αλλά στην πολιτική τίποτα δεν είναι απλώς ανθρώπινο.
Είναι ένα γλίστρημα της γλώσσας που αφήνει πίσω του μια περίεργη σκιά: ποιος είναι ποιος μέσα σε αυτό το σκηνικό; Ποιος απευθύνεται σε ποιον; Ποιος καθορίζει τον τόνο;
Και μήπως τελικά, πίσω από τις προσφωνήσεις και τις φιλοφρονήσεις, η αίσθηση που απομένει είναι μια σχεδόν θεσμική αμηχανία, σαν να μην ξέρει κανείς ακριβώς ποιο όνομα να προφέρει όταν το πραγματικό διακύβευμα δεν κατονομάζεται;
Και τότε τα ερωτήματα πληθαίνουν, σκληραίνουν, επιμένουν. Γιατί μιλάμε για «διεθνές δικαιοδοτικό όργανο» και όχι καθαρά για το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης;
Ποια διαδρομή προετοιμάζεται; Μια αυστηρή, δεσμευτική διαδικασία με συνυποσχετικό και κοινοβουλευτική έγκριση ή μια πιο εύκαμπτη, πιο διαπραγματεύσιμη, πιο «πολιτική» διαιτητική λύση;
Και ποιος φοβάται ποιον μέσα σε αυτή τη γλωσσική επιλογή;
Ποιος κρατά περιθώριο ελιγμών και γιατί χρειάζεται αυτό το περιθώριο;
Και η πιο βαριά λέξη απ’ όλες, αυτή που ειπώθηκε σχεδόν αθόρυβα: «αλληλένδετα θέματα».
Ποια είναι αυτά τα αλληλένδετα θέματα;
Από πότε το Αιγαίο απέκτησε πλέγμα διαφορών και όχι μία; Είναι η αποστρατιωτικοποίηση των νησιών που επιστρέφει από την πίσω πόρτα;
Είναι η συνδιαχείριση ενεργειακών πηγών και διαδρομών;
Είναι μια σταδιακή μετατόπιση της ίδιας της γλώσσας, ώστε να συνηθίσει ο δημόσιος λόγος σε κάτι που κάποτε θεωρούνταν αδιανόητο;
Και αν όλα αυτά είναι υπερβολές, γιατί δεν διαψεύδονται καθαρά, γιατί δεν κατονομάζονται καθαρά, γιατί όλα παραμένουν σε αυτή τη ζώνη της «ευγένειας» και της «καλής φιλοξενίας»;
Μέσα σε αυτή τη συνθήκη, το μαντήλι κάτω από τον φάκελο παύει να είναι μια απλή ανθρώπινη κίνηση.
Γίνεται σχεδόν μια μικρή, άθελη πολιτική μεταφορά.
Κάτι σκουπίζεται, κάτι κρύβεται, κάτι αποσύρεται από το βλέμμα χωρίς να ειπωθεί.
Κι ενώ οι κάμερες γράφουν τη στιγμή, οι λέξεις αποφεύγουν τα δύσκολα: ούτε casus belli, ούτε ευθείες αναφορές, ούτε καθαρές γραμμές. Μόνο φιλοφρονήσεις, λάθος ονόματα, χαρτομάντιλα και φάκελοι. Και ο πολίτης, παρακολουθώντας αυτό το σχεδόν άναρχο σκηνικό ευγένειας και υπεκφυγών, δεν μπορεί παρά να αναρωτηθεί: τι ακριβώς μετακινήθηκε εκείνη τη μέρα κάτω από τον φάκελο των συμφωνιών… ένα μαντήλι ή κάτι πολύ πιο βαρύ που δεν τολμά ακόμη να ειπωθεί;
antinews.gr
